θῆλυς


θῆλυς
θῆλυς, εια, υ женский, женственный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θῆλυς" в других словарях:

  • θῆλυς — female masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήλυς — εια, υ (Α θῆλυς, εια, υ θηλ. και επικ. τ. θήλεα) αυτός που είναι γένους θηλυκού, ο θηλυκός 2. φρ. «το θήλυ γένος» το γένος τών γυναικών 3. (για φυτά) ο καρποφόρος 4. το ουδ. ως ουσ. τὸ θήλυ η γυναίκα νεοελλ. (για άνθη) αυτός που έχει ύπερο και… …   Dictionary of Greek

  • θήλεα — θῆλυς female neut nom/voc/acc pl (epic ionic) θῆλυς female fem nom/voc sg (epic ionic) θῆλυς female fem nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηλυτέρων — θῆλυς female fem gen pl θῆλυς female masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηλυτέρως — θῆλυς female adverbial θῆλυς female masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηλύτατον — θῆλυς female masc acc sg θῆλυς female neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηλύτερον — θῆλυς female masc acc sg θῆλυς female neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θῆλυ — θῆλυς female masc voc sg θῆλυς female neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήλεια — θῆλυς female fem nom/voc sg θῆλυς female fem nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήλειαι — θῆλυς female fem nom/voc pl θῆλυς female fem nom pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηλειᾶν — θῆλυς female fem gen pl (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)